Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Βουργαρέλι Τζουμέρκα

Βουργαρέλι-Τζουμέρκα
Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου

Ακόμα κι αν δεν έχεις περάσει από εκεί, τα Τζουμέρκα φωλιάζουν στις πιο ψηλές οροσειρές της καρδιάς σου. Κάθε αδάμαστο περιμαζεύουν αυτά τα βουνά και το εξακοντίζουν να μαλακώσει στον ουρανό. Και γυρνούν τα πάθη σου εξαγνισμένα, σα χιόνι σιγανό και σαν ομίχλη απαλή στη Δρακότρυπα και κυλούν στις πλαγιές με βουητό να πλημμυρίσουν τον Αχελώο, να παρασύρουν γεφύρια, να αναμοχλεύσουν τις πίκρες, τις αναμνήσεις, τους δισταγμούς και πέτρες θεόρατες. Μέχρι να επιστρέψουν μέσα σου ατόφια και γαλήνια, σαν τους κατοίκους της περιοχής και σαν μετάνοια. 
Και η Κόκκινη Εκκλησιά, δεητική, σε μεταλαμβάνει το αίμα της Ηπείρου, το σώμα του Δεσποτάτου, το κύκνειο άσμα της Αυτοκρατορίας  και το λυγμό για όσα έχασες. 
Κι έτσι, όποια εποχή κι αν πας, δε ξέρεις το μονοπάτι το μπροστινό πού θα σε οδηγήσει: Σε χαράδρα βαθιά ή σε γιορτή το Δεκαπενταύγουστο. Σε σπηλιά που ανομολόγητες οι Ερινύες σου καραδοκούν ή σε περιφορά επιτάφιου με τσίπουρο και εγκώμια στου χωριού την πλατεία.
Αθαμάνες αρχαίοι παίζουν για χάρη σου αυλούς και βρύσες με γυναικεία ονόματα προσμένουν με χίλια στόματα να τις φιλήσεις, για να ξαναγίνουν κυράδες και παντοτινά να σε στοιχειώσουν. Κρυστάλλω, Αρχόντω, ξωτικά παραμυθιών λησμονημένων, που τα χρόνια τα αλλοτινά παιδικούς φόβους εξιλέωναν και τώρα εξεγείρονται στις λογικές και τους συμβιβασμούς και τις λιποψυχίες σου. 
Επειδή το χώμα στο Βουργαρέλι, ο μόχθος ο ανθρώπινος στη λιγοστή γη και οι μυρωδιές και το κρύο, τρυπούν τους ενδοιασμούς, ναρκώνουν τις αντιστάσεις και απαιτούν για σπονδές και θυσία κάθε τι που κουβαλάς κίβδηλο. 
Αλλιώς δε θα ακούσεις τη λιτανεία του ρυακιού ούτε στο περπάτημα των κοπαδιών το βήμα του Χριστού, που έρχεται με τη δόξα των ελάτων και την κατάνυξη της πεταλούδας. Ούτε θα καταλάβεις ότι τα πέτρινα γεφύρια δεν ενώνουν όχθες, αλλά το άπιαστο με το εφικτό, το αιώνιο με το θνητό και το οριστικό με την ελπίδα της ανατροπής. 
Βουλγαρέλι, Παλαιοχώρι, Κυψέλη ένα πέρασμα από το ελάχιστο στο μεγαλείο των Ορέων, που λίγες καθάριες ματιές τολμούν να αντικρίσουν.
Το χειμώνα φιδίσιοι καπνοί από στέγες χωμένες στα δέντρα υψώνουν τις προσευχές των σπιτιών προς το στερέωμα. Και καθώς ανεβαίνουν, πριν ενωθούν με τη μελωδία του Σύμπαντος, αχνοφέγγουν στην οικουμένη, γιατί κουβαλούν αναμνήσεις γερόντων και των νέων τα όνειρα.
Κι έτσι τους νιώθω κι εγώ, που θάλασσες με χωρίζουν από τον ευλογημένο τόπο, και ξέρω πως ένα κομμάτι της ψυχής μου κόκκινο στο χιόνι των Τζουμέρκων καθαγιάζεται...